The Land Of Utopia

Καλώς ήρθες στον Κόσμο μου! Εδώ μπορείς να μείνεις όσο θέλεις, να μιλήσεις, να στοχαστείς, να ακούσεις... Στον κήπο μου βασιλεύει η Αλήθεια, το Γέλιο και η Αγάπη. Δεν έχει σημασία πώς έφτασες ως εδώ, αν σε έφερε η αναζήτηση ή η τύχη. Σημασία έχει πως ήρθες. Μείνε λίγο... Εξερεύνησε τον Κόσμο μου... Καλό ταξίδι...

Songs I love

"Το δέντρο που έδινε" / ΣΕΛ ΣΙΛΒΕΡΣΤΑΪΝ

|0 σχόλια


Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μία μηλιά... και αγαπούσε ένα Αγοράκι.
Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους.
Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα. Παίζανε και κρυφτό...
Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.
Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά... πάρα πολύ.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα πέρασαν τα χρόνια. Και το αγόρι μεγάλωσε. Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.
Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου από κάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»
«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί... και η μηλιά ήταν λυπημένη.
Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:
«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».
«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»
«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».
Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά - καλά δεν μπορούσε.
«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»
«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω» είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»
«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά...και να ‘σαι ευτυχισμένο».
Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη... μα όχι πραγματικά.
Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.
«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω... Δεν έχω μήλα».
«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.
«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια...»
«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις..»«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.
«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι... μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι...»
«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».
«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».
Και τπο αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.
Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.



Οι Εφτά Εαυτοί (The Seven Selves) / Χαλίλ Γκιμπράν, (Khalil Gibran)

|0 σχόλια



Οι Εφτά Εαυτοί

Στην πιο ήσυχη ώρα της νύχτας, καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος, οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί και έτσι κουβέντιαζαν ψιθυριστά.

Ο Πρώτος Εαυτός:
Εδώ, σε αυτόν τον τρελό, κατοίκισα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να κάνω τίποτα παρά να ανανεώνω τον πόνο του την ημέρα και να ξαναδημιουργώ την θλίψη του τη νύχτα. Δεν μπορώ να αντέξω άλλο την μοίρα μου, και τώρα επαναστατώ.

Ο Δεύτερος Εαυτός:
Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη από την δικιά μου, αδελφέ, γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός αυτού του τρελού. Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ τις χαρούμενες ώρες του, και με τριπλο-φτερωμένα πόδια χορεύω τις φωτεινότερες σκέψεις του. Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη.

Ο Τρίτος Εαυτός:
Και εγώ ο από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός, ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους και των φανταστικών επιθυμιών; Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον αυτού του τρελού.

Ο Τέταρτος Εαυτός:
Εγώ, απ' όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί τίποτα δεν μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι, ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα στης μαύρες σπηλιές της Κόλασης, αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και να μην υπηρετεί αυτόν τον τρελό.

Ο Πέμπτος Εαυτός:
Όχι, εγώ είμαι, ο σκεπτόμενος εαυτός, ο φαντασιόπληκτος εαυτός, ο εαυτός της πείνας και της δίψας, αυτός που είναι καταδικασμένος να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση ψάχνοντας άγνωστα και όχι ακόμα δημιουργημένα πράγματα· εγώ είμαι, όχι εσείς, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω.

Ο Έκτος Εαυτός:
Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης, που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια, κάνω τις ημέρες εικόνες και δίνω νέες και αιώνιες μορφές στα άμορφα στοιχεία - εγώ είμαι, ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε να επαναστατήσω ενάντια σ' αυτόν τον ανήσυχο τρελό.

Ο Έβδομος Εαυτός:
Πόσο περίεργο που όλοι σας θα έπρεπε να επαναστατήσετε ενάντια σ' αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ο καθένας σας έχει μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει. Α! να μπορούσα να ήμουν σαν κάποιον από εσάς, ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα! Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτα εαυτός, αυτός που κάθεται στο άλαλο, κενό τίποτα και ποτέ, ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή. Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;

Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο και δεν είπαν τίποτα άλλο· και καθώς η νύχτα πύκνωνε ο ένας μετά τον άλλο έπεσαν για ύπνο τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή.

Αλλά ο έβδομος εαυτός παρέμεινε να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτα, το οποίο βρίσκεται πίσω απ' όλα τα πράγματα.

- "Ο Τρελός"





The Seven Selves

In the stillest hour of the night, as I lay half asleep, my seven selves sat together and thus conversed in whisper:

First Self: Here, in this madman, I have dwelt all these years, with naught to do but renew his pain by day and recreate his sorrow by night. I can bear my fate no longer, and now I rebel.

Second Self: Yours is a better lot than mine, brother, for it is given to me to be this madman's joyous self. I laugh his laughter and sing his happy hours, and with thrice winged feet I dance his brighter thoughts. It is I that would rebel against my weary existence.

Third Self: And what of me, the love-ridden self, the flaming brand of wild passion and fantastic desires? It is I the love-sick self who would rebel against this madman.

Fourth Self: I, amongst you all, am the most miserable, for naught was given me but odious hatred and destructive loathing. It is I, the tempest-like self, the one born in the black caves of Hell, who would protest against serving this madman.

Fifth Self: Nay, it is I, the thinking self, the fanciful self, the self of hunger and thirst, the one doomed to wander without rest in search of unknown things and things not yet created; it is I, not you, who would rebel.

Sixth Self: And I, the working self, the pitiful labourer, who, with patient hands, and longing eyes, fashion the days into images and give the formless elements new and eternal forms-it is I, the solitary one, who would rebel against this restless madman.


Seventh Self: How strange that you all would rebel against this man, because each and every one of you has a preordained fate to fulfil. Ah! could I but be like one of you, a self with a determined lot! But I have none, I am the do-nothing self, the one who sits in the dumb, empty nowhere and nowhen, while you are busy re-creating life. Is it you or I, neighbours, who should rebel?

When the seventh self thus spake the other six selves looked with pity upon him but said nothing more; and as the night grew deeper one after the other went to sleep enfolded with a new and happy submission.

But the seventh self remained watching and gazing at nothingness, which is behind all things.


- "The Madman"

Όνειρο μέσα σ' όνειρο / A Dream Within a Dream (Edgar Allan Poe)

|0 σχόλια

Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπό σου!

Και τώρα που χωρίζουμε,

Άφησε να σου πω-

Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ΄ όνειρο

Είναι αλήθεια, όπως το λεγες΄

Αν, όμως, η ελπίδα πέταξε

Μες σε μια νύχτα ή μια μέρα,

Μες σ΄ ένα όραμα ή μες στο τίποτα,

Είναι γι΄ αυτό λιγότερο χαμένη;

Όλα όσα βλέπουμε ή ό, τι φαινόμαστε

Όνειρο είναι μέσα σε όνειρο.


Στέκομαι ανάμεσα στο βογγητό

Μιας θαλασσοδαρμένης ακτής,

Και μες στα χέρια μου κρατώ

Κόκκους χρυσούς της άμμου-

Πόσοι λίγοι! Κι όμως πως γλιστράνε

Από τα δάχτυλά μου και βαθιά πάνε,

Καθώς θρηνώ-καθώς θρηνώ!

Θεέ μου! μήπως θα μπορούσα

Μέσα στο χέρι πιο σφιχτά να τους κρατούσα;

Θεέ μου! πως θα κατορθώσω

Μόνο ένα απ΄ το ανίλεο κύμα να γλιτώσω;

Όλα όσα βλέπουμε ή ό, τι φαινόμαστε

Όνειρο είναι μονάχα μέσα σε όνειρο;


Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?

|1 σχόλια


Τό ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα,

μοναχὸς στή δόξα καὶ στό θάνατο.




Τό ξέρω. Τό δοκίμασα.





Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου...

Γιατί φωνάζουμε;

|2 σχόλια
Ένας Δάσκαλος ρώτησε τους μαθητές του:
"Γιατί φωνάζουμε όταν είμαστε θυμωμένοι; Γιατί φωνάζουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον όταν είναι εκνευρισμένοι;"

Οι μαθητές σκέφτηκαν για λίγο και ένας απ’ αυτούς είπε:
"Επειδή χάνουμε την ψυχραιμία μας, γι αυτό φωνάζουμε."
"Ναι, αλλά γιατί να φωνάξεις όταν ο άλλος βρίσκεται δίπλα σου; Δε γίνεται να του μιλάς με πιο απαλή φωνή; Γιατί φωνάζετε σε κάποιον όταν είστε θυμωμένοι;"

Οι μαθητές έδωσαν κάποιες απαντήσεις, μα καμία δεν ικανοποίησε το Δάσκαλο.
Μετά από αρκετή ώρα εκείνος είπε:
"Όταν δύο άνθρωποι είναι θυμωμένοι ο ένας με τον άλλον, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ. Για να καλύψουν αυτήν την απόσταση πρέπει να φωνάζουν για να μπορέσει να ακούσει ο ένας τον άλλον. Όσο πιο θυμωμένοι είναι, τόσο πιο δυνατά πρέπει να φωνάξουν ώστε να ακουστούν σε αυτήν
την απόσταση."


Μετά ο Δάσκαλος ρώτησε:
"Τι συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι ερωτεύονται; Δε φωνάζουν, αλλά μιλάνε σιγανά, γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι κοντά. Η απόσταση ανάμεσά τους είναι πολύ μικρή..."

Και τελικά είπε:
"Όταν αγαπηθούν ακόμα περισσότερο, τι συμβαίνει;
Δε μιλούν, μονάχα ψιθυρίζουν και έρχονται ακόμα πιο κοντά με την αγάπη τους. Στο τέλος δε χρειάζεται καν να ψιθυρίσουν, απλά κοιτάζονται και αυτό αρκεί. Τόσο κοντά είναι δύο άνθρωποι όταν αγαπάνε ο ένας τον άλλον."

Θέλω....

|0 σχόλια
|1 σχόλια

There's no place like home...
Back, at last....

wibiya widget